ροώδης — (I) ες / ῥοώδης, ῶδες, ΝΑ [ῥόος / ῥοή] νεοελλ. αυτός που έχει την ιδιότητα να ρέει, ρευστός («ροώδης μάζα») αρχ. 1. (για θάλασσα) ο κυματώδης, αυτός που ταράσσεται από ορμητικά ρεύματα («τὸ μάλιστα ῥοῶδες τού πελάγους», Αιλιαν.) 2. (για… … Dictionary of Greek
ῥοωδέστερον — ῥοώδης with a strong stream adverbial comp ῥοώδης with a strong stream masc acc comp sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc comp sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοώδει — ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut dat sg ῥοώδεϊ , ῥοώδης with a strong stream dat sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοώδη — ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοωδεστάτων — ῥοώδης with a strong stream fem gen superl pl ῥοώδης with a strong stream masc/neut gen superl pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοωδέστατον — ῥοώδης with a strong stream masc acc superl sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοῶδες — ῥοώδης with a strong stream masc/fem voc sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοώδεα — ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοώδεις — ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc pl ῥοώδης with a strong stream masc/fem nom/voc pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ῥοωδέστατος — ῥοώδης with a strong stream masc nom superl sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)